VasilisCharalambous-3-XehyliseToPotami

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

 

                                                                                  Ξεχυλίσε  το ποτάμι

                                                                                                                                   Του Βασίλη Χαραλάμπους

 

                                                                                                                                                        __________

Συνήθειο τόχουν στο χωριό λίγες  μέρες πριν τα Χριστούγεννα ν΄ανάβουν τους μεγάλους φούρνους για τα παξιμάδια και τα κουλούρια και για κείνο το μεγάλο κουλούρι με το ζυμαρένιο σταυρό στη μέση που το λένε πίττα τ΄ Άη Βασίλη.  Φυσικά δεν λείπουνε και τα παιχνιδίσματα με τα ζυμαρικά.  Φτιάχνουν συνήθως ζυμαρένιες κούκλες και άλλα παιχνίδια.  Ζωή απλή στο χωριό , απέριττη με την άλλη τη χαρά στην καρδιά.

    

Κατ΄αντίκρυ από το σπιτικό της κυρά Φρόσως ο μικρός χείμαρρος που δεν κατέβαινε συχνά.  Το μαρτυρούν τα τόσα  ξύλα που είναι στοιβαγμένα στις όχθες του χειμάρρου από πέρυσι.  Η κυρά Φρόσω αχάραδα με τ΄ άναμμα του φούρνου.  Με τις φωνές της σήκωσε όλη τη γειτονιά στο πόδι.  Μια τον Γιάννη, μια τον Αντώνη, μια τη Άννα , οι φωνές της έφταναν  ίσαμε τη βρύση του χωριού.

 

-Πήγαινε απέναντι από τον ποταμό Αντώνη να φέρεις ξύλα μήπως μας λείψουν.

-Μα παίζουμε μπάλα τώρα μάνα.

-Κάνε γυιέ μου αυτό που σου λέω και το παιχνίδι είναι στερνή δουλειά.

    

Ο Αντώνης που ήταν και το μικρότερο παιδί, κίνησε για το ποτάμι για να φέρει ξύλα.

    

Ξαφνικά…

 

-Τρέξετε, εκατέβηκεν ο ποταμός.  Νάτον είναι κοντά στο αλώνι του Πολυβή.

    

Η μητέρα του Αντώνη, η κυρά Φρόσω φοβήθηκε περισσότερο απ΄όλους.

 

-Φύγε από τις όχθες του ποταμού και δεν είναι καλό να δεις το κεφάλι του ποταμού, φώναξε η κυρά Φρόσω.

 

 Η κυρά Φρόσω είχε και κείνες τις παράξενες προκαταλήψεις που την ταλαιπωρούσαν κιόλας.

-Έλα γυιέ μου, του φώναξε ο πατέρας του ο Νικολής που εκείνη τη στιγμή έφτασε στο σπιτικό τους, μήπως ξεχυλίσει ο ποταμός κι άφησε τις προκαταλήψεις της μάνας σου.

    

 Ίσως να μη το πολυπίστευε κιόλας η κυρά Φρόσω τούτο μα σίγουρο είναι πως  τόλεγε να προφυλάξει τα ζωηρά της παιδιά.  Γρήγορα έριχνε τα ξύλα στο φούρνο.  Εκεί όμως που δούλευαν ακούστηκε μια δυνατή φωνή.

 

-Τρέξετε γρήγορα κι έχει ένα μικρό παιδί στο ποτάμι.  Είναι ο Κωστάκης της κυρά Λένης κι έχει πιαστεί σ΄ ένα κορμό και τον παρασύρει το ποτάμι.  Χρειάζεται ένα μακρύ ξύλο να το βγάλουμε.

    

Αναποδογύρισε λοιπόν το μακρύ ξύλο με τα άψητα παξιμάδια επάνω η Φρόσω κι έτρεξε να βοηθήσει.  Μαζεύτηκε κόσμος πολύς κι η κυρά Φρόσω προσπαθούσε περισσότερο απ΄ όλους .  Για μια στιγμή κατάφερε και στρίμωξε τον κορμό με τον Κωστάκη στην όχθη του ποταμού και μ΄ ένα σκοινί πούριξε ο Νικολής βγάλαν έξω τον Κωστάκη.  Τον τύλιξαν με δυό κουβέρτες πούφερε η Άννα και τον έβαλαν στο γαϊδούρι να τον πάρουν στο σπίτι του.

   

            Έτσι καθώς ήταν ο Κωστάκης σιγοψυθίρισε ένα μεγάλο ευχαριστώ.  Όμως τόσα άψητα παξιμάδια έπεσαν στις λάσπες, ίσως να ήταν και τα περισσότερα.  Πως όμως  η κυρά Φρόσω θα έσωζε τον Κωστάκη;  Κάτι πήγε να μουρμουρίσει ο άνδρας της ο Νικολής για τα παξιμάδια πού πεσαν καταγής και για τις μικροδιαφορές που είχε μα τον μάστρο Παναγή τον πατέρα του Κωστάκη, που έτσι κι αλλιώς ετούτα δεν λείπουν όμως η κυρά Φρόσω μ΄ εκείνο το άκακο βλέμμα της, τον έβαλε στη θέση του.  Έμειναν όμως και λίγα παξιμάδια για να ψηθούν.

    

Την άλλη μέρα ήρθε κι η κυρά Λένη η μητέρα του Κωστάκη  με το γαϊδούρι φορτωμένο παξιμάδια.  Η κυρά Φρόσω στην αρχή δεν δεχόταν να τα πάρει, όμως κατόπιν τόσο ταπεινά δέχθηκε αφήνοντας εκείνο το «δεν έκανα τίποτε κόρη μου».