VasilisCharalambous-4-ParamoniTonPhoton

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

 

                                                            Παραμονή των Φώτων

                                                                                                          Του Βασίλη Χαραλάμπους

                                                                                                                                 ________

Παραμονή των Φώτων σήμερα τζι’ η Γιωτού του Στάθιου του Ποκαλάμη μάσιεται να βάλει το τζιαινούρκον το τραπεζομάντηλον πάνω στο μιάλον το τραπέζιν.

 

-          Έ , γεναίκα σαν να μεν πολλοβιάζεσαι σήμερα.  Εν Κάλαντα Γιωτού.

-          Θωρείς μάχουμαι να βάλω  το τζιαινούρκον το τραπεζομάντηλον Στάθιε.

-          Όπου τζι’αν είσαι άκου τον παπά Θεόδωρον πό’ρκεται. 

-          Προλαβαίννω Στάθιε.  Το καλόν του παπά Θεόδωρου, έν εν σιασιούρης.

 

«Είνταμ πού’παμεν να βάλουμεν;» μονολοά η Γιωτού, «σουτζιούκκο, κκιοφτέρκα, σταφίθκια».  Όσον τζι΄επρόλαβεν η Γιωτού, γιατί όσον τζ’έβαλεν τα πορικά στα τσεστούθκια ενέφανεν τζ’ο παπά Θεόδωρος. Τζι’ έμπην της πόρτας που ήτουν ορθάννοιχτη ο παπά Θεόδωρος, έναν γερούϊν κοντατζιηνόν, μ’ολόασπρον γενούϊν.

 

Πριχού να μπει της πόρτας αρκίνισεν να ψάλλει « Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε… »  τζιαι ταπισόν του με τα σακκουλλούθκια,  ο Λουκής του Τέρατσου, ο Μιχαλάκης του Ράφτη τζι’ο Λοϊζής του Κόκκαλου.  Έν τζι’ ήτουν τζιαι τα πιο προκομμένα κοπελλούθκια του χωρκού, μα σήμερα ήτουν ούλλοι τους τύπος τζι’ υπογραμμός. 

 

Τζι’ ο παπά Θεόδωρος εσυνέχισεν να καλαντίζει.  Εβούτταν το ματσίν με την βασιλιτζιάν μεσ’ τον αγιασμόν τζι’ εράντιζεν το σπίτιν.  Εγύριζεν ούλλες τες κάμαρες.  Αντάν τζι’ επήεν να μπεί ποτζιεί στο μαειρκούϊν, ο Στάθιος έμπην σχεδόν μπροστά του.

 

-          Έν ιγρειάζεται παπά Θεόδωρε.  Τούτον εν μιτσίν πράμαν. 

 

Η Γιωτού νέψε τζιαι να να νέψεις εξικουταλλιάστην.  Τζι’ ο παπά Θεόδωρος εσυνέχισεν να καλαντίζει στο μαειρκούϊν « η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις… ».  Η Γιωτού ακολούθαν τον παπά Θεόδωρον μαζί με τους μιτσιούς. Ο Στάθιος εποδάκκασεν, έμεινεν λλίον σκεφτικός τζιαι μονοτάξαρος γιατί τζιει μέσα πριν θκυό φτομάες έβαλεν τα κλεψιμιά που τον Αντρίκκον τ’ Αναέλαστου.  Έν τζιαι πως ήτουν εύκολον να τάβρει κανένας τζιαμαί που τά’χωσεν, μα όϊ όμως να τα χώσει που τον Θεόν τζιαι εβλοηθούσιν τζιόλας.  Τωρά εσκέφτετουν, τετραπάσια έκλεφκεν, μα έτσι πράμαν να μπεί τζιαι να καλαντίσει ο παπάς έν το χώνεψεν.

 

Τζ’ ευτύς έλαψεν το πρόσωπον του Στάθιου.  Έκλωσεν την μουστάκαν του τζ’ αρκίνισεν να σιγοψάλλει.  Τζι’  εμείναν ούλλοι απορημένοι απού μιάλον ως μιτσίν είναμ πού’παθεν ο Στάθιος.  Ενεκατώθην τζι’ ο Στάθιος με τους μιτσιούς τζιαι περίτου εδυνάμωννεν την φωνήν του τζι’ ‘εψαλλεν τζιαι κατά πως εδιηγήτουν ύστερις που τζιαιρόν ο παπά Θεόδωρος ο Στάθιος έψαλλε « πλάγιον κάμπον ».

 

Ετέλειωσεν ο παπά Θεόδωρος τζι’ εμάσιετουν να βκεί της πόρτας. Πριχού να φύουσιν έβαλεν του η Γιωτού έναν διπλοσέλινον.  Έβαλεν τζι’ο Ιορδάνης ο μιαλλύττερος γυιός του Στάθιου μισόν σελίνιν  που φύλαεν που τζιαιρόν που ήτουν τζιαι γιορτάρης σήμερα.

 

-          Ελάτε να βάλουμεν τζιαι λλία πορικά.  Προχτές έφερεν τα ο Στάθιος που τον Οίκον.

 

Εγεμώσεν η Γιωτού τα σακκουλλούθκια τους μιτσιούς πορικά, σουτζιούκκο, κκιοφτέρκα τζιαι σταφίθκια.  Κατά που επήασιν στην στράταν για να πάν σε άλλον σπίτιν εβούρησεν ο Στάθιος τζι΄ άφηκεν του παπά ένα πεντοσέλινον τζιαι τους μιτσιούς που έναν σελινούϊν.  Περίτου εμείνασιν ούλλοι τους απορημένοι. 

 

Όσον για τον Στάθιον τα κλεψιμιά άφηκεν τα μιαν νύχταν πόξω που το σπίτιν του Αντρίκκου τ’  Αναέλαστου τζιαι μήτε κανένας τό’μαθεν ποττέ μονιχά το’ξερεν ο Στάθιος, ο παπά Θεόδωρος που του το εξομολοήθηκεν ύστερις που τζιαιρόν  τζι΄ ο Θεός, κανένας άλλος.